βδάλλω

βδάλλω, [tense] aor. part.
A

βδάλας Alciphr.3.16

: [tense] aor. opt. [voice] Med., βδήλαιο Nic.Al.262:—milk cows, πολὺ βδάλλων milking many kine, rich in kine, Pl.Tht.174d; β. τινά ibid.; ὁ βδάλλων the milker, Arist.HA 522b17;

β. γάλα Procop.Aed.3.6

:—[voice] Med., yield, of the cow,

βοΐδια . . ὧν ἕκαστον βδάλλεται γάλα πολύ Arist.HA522b15

; βόες βδάλλονται ἑκάστη ἀμφορέα ib. 16: also in sense of [voice] Act., νέον γλάγος Nic.l.c.
II suck, Arist. GA746a20, cf. Gal.7.130:—[voice] Pass., Arist.HA522a5,20.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βδάλλω — (AM) απομυζώ, βυζαίνω αρχ. 1. αρμέγω 2. ( ομαι) (για αγελάδα) έχω ή παράγω πολύ γάλα. [ΕΤΥΜΟΛ. Το βδάλλω είναι ενεστώτας σε *ye / o Σχηματίζεται με τη συνεσταλμένη βαθμίδα της ρίζας, της οποίας η απαθής μορφή υπάρχει στο ουσ. βδέλλα] …   Dictionary of Greek

  • βδάλλω — milk pres subj act 1st sg βδάλλω milk pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλόμενον — βδάλλω milk pres part mp masc acc sg βδάλλω milk pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλει — βδάλλω milk pres ind mp 2nd sg βδάλλω milk pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλοντα — βδάλλω milk pres part act neut nom/voc/acc pl βδάλλω milk pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδάλλουσι — βδάλλω milk pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) βδάλλω milk pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδῆλαι — βδάλλω milk aor imperat mid 2nd sg βδάλλω milk aor inf act …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐβδαλμένον — βδάλλω milk perf part mp masc acc sg βδάλλω milk perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔβδαλλον — βδάλλω milk imperf ind act 3rd pl βδάλλω milk imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλομέναις — βδάλλω milk pres part mp fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βδαλλομένοις — βδάλλω milk pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.